Ένα ποτήρι σκέψεις: Ό,τι πληρώνεις πίνεις;

Λένε πως για να γνωρίσεις ένα νέο μέρος πρέπει να το περπατήσεις και να «χαθείς» σε αυτό. Κάπως έτσι μπορεί κάποιος να καταλήξει σε μια άγνωστη κάβα και να μπει μέσα να την ανακαλύψει και μαζί με αυτή να βρεθεί μπροστά στον πολιτισμό, την αισθητική, τις γεύσεις, τις συνήθειες ακόμα και σε ανθρώπους με κοινή αγάπη.

 

Ετικέτες, περιοχές, ποικιλίες, ονόματα παραγωγών. Όλα είναι εκεί, τακτοποιημένα, διαθέσιμα, έτοιμα να τραβήξουν την προσοχή. Οι περισσότερες τοπικές ετικέτες άγνωστες και ποικιλίες γηγενής που δεν μπορείς ούτε καν να προφέρεις. Πολύ γρήγορα, σχεδόν ασυναίσθητα, το βλέμμα καταλήγει στο μικρό καρτελάκι που κρέμεται στη φιάλη. Εκεί όπου η τιμή λειτουργεί σαν ένα μέτρο σύγκρισης. Σε αυτό το σημείο αρχίζει το φιλτράρισμα. Κάποιες φιάλες κρατούν το ενδιαφέρον για λίγο περισσότερο. Κάποιες, λόγω τιμής, αποκτούν από νωρίς ένα βάρος που προηγείται κάθε σκέψης για χαρακτήρα ή γεύση. Λες και απαιτούν μεγαλύτερη προσοχή πριν ακόμη τις πάρεις στα χέρια σου. Σαν να κουβαλούν μια υπόσχεση που δημιουργείται πολύ πριν ανοίξει το μπουκάλι. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία γεννιέται μια ερώτηση που σπάνια διατυπώνεται ξεκάθαρα και παρ’ όλα αυτά συνοδεύει κάθε επόμενη επιλογή: ό,τι πληρώνεις πίνεις;

 

Η τιμή κουβαλά μέσα της πολλά περισσότερα από το ζουμί της φιάλης. Περιλαμβάνει το κόστος της γης και το πόσο δύσκολη υπήρξε η καλλιέργεια. Περιλαμβάνει την ποσότητα που παρήχθη εκείνη τη χρονιά, τον χρόνο που χρειάστηκε να μείνει το κρασί στο κελάρι, τα βαρέλια που χρησιμοποιήθηκαν, τα χέρια που δούλεψαν τον αμπελώνα και τις καθημερινές παρατηρήσεις στην οινοποίηση. Περιλαμβάνει το όνομα του παραγωγού, τη φήμη της περιοχής, τη ζήτηση που δημιουργήθηκε γύρω από μια ετικέτα. Κάποιες φορές περιλαμβάνει και την ιστορία που ειπώθηκε σωστά μέσα στα χρόνια χωρίς να φθαρεί. Θέλει προσοχή να ξεχωρίσεις για ποιο λόγο η κάθε ετικέτα έχει τη δική της τιμή. Σπανιότητα, ποιότητα, όνομα, ιστορία ή μάρκετινγκ; Κάπως έτσι, δύο φιάλες που στέκονται δίπλα-δίπλα στο ίδιο ράφι μπορεί να απέχουν πολύ στην τιμή τους, χωρίς αυτό να σημαίνει πως απέχουν το ίδιο και στην εμπειρία που θα δώσουν στο ποτήρι. Η μία μπορεί να προέρχεται από έναν αμπελώνα που δουλεύεται χειρωνακτικά, με μικρές αποδόσεις και διαρκή ρίσκο σε κάθε χρονιά, ενώ η άλλη από μια περιοχή που επιτρέπει μεγαλύτερη παραγωγή και πιο σταθερό αποτέλεσμα. Η μία μπορεί να έχει περάσει περισσότερο χρόνο σε βαρέλι και κελάρι, περιμένοντας να βγει στην αγορά όταν θεωρηθεί έτοιμη, ενώ η άλλη κυκλοφόρησε νωρίτερα. Αυτά τα στοιχεία δεν αρκούν για να κρίνεις το ένα καλύτερο από το άλλο αρκούν όμως για να ανεβάσουν την τιμή στο ένα. Ένα κρασί μπορεί να βγαίνει σε λιγότερες φιάλες, να έχει σπανιότητα και δυσκολία στον τρύγο αλλά δεν σημαίνει ότι τοποθετείται ψηλότερα στο ράφι από ένα κρασί με ιδανικές συνθήκες αμπελιού και οινοποίησης. Και οι δύο φιάλες έχουν λόγο ύπαρξης και οι δύο φιάλες έχουν κάτι να σου πουν.

 

Ίσως κάπου εδώ αρχίζει να θολώνει το όριο ανάμεσα στην αξία και στην τιμή. Γιατί η τιμή εξηγεί πολλά για το πώς φτιάχτηκε ένα κρασί, για το πού γεννήθηκε, για το πόσοι άνθρωποι δούλεψαν γύρω του και για το πόσο δύσκολος υπήρξε ο δρόμος μέχρι να φτάσει στο ράφι. Την ίδια στιγμή, η τιμή αδυνατεί να προβλέψει τη σχέση που θα δημιουργηθεί όταν το κρασί βρεθεί στο ποτήρι σου, δίπλα στο φαγητό σου και μέσα στη διάθεσή σου. Εκεί ξεκινά μια άλλη ιστορία, πολύ πιο προσωπική και πολύ λιγότερο μετρήσιμη. Μια ιδέα μπορείς να πάρεις στο άρθρο «Ένα ποτήρι σκέψεις: είναι κακό να μη μου αρέσει ένα «καλό» κρασί;»

 

Η σύγχυση μεγαλώνει όταν η ίδια φιάλη περνά από την κάβα στο εστιατόριο. Ξαφνικά ο αριθμός αλλάζει και μαζί του αλλάζει και το βλέμμα απέναντι στο κρασί. Στο τραπέζι προστίθενται ο χώρος, το σέρβις, η θερμοκρασία, το σωστό ποτήρι, ο ρυθμός του γεύματος, η άνεση του να αφήσεις κάποιον άλλον να φροντίσει τη λεπτομέρεια. Όλα αυτά έχουν κόστος και όλα αυτά είναι κομμάτι της εμπειρίας. Κάπου μέσα σε αυτό το πλαίσιο, όμως, η τιμή αρχίζει να λειτουργεί και ως φίλτρο προσδοκίας. Το κρασί φτάνει ήδη φορτωμένο με ρόλο, πριν καν ακουμπήσει στο τραπέζι. Σε τέτοιες στιγμές το ποτήρι παύει να είναι απλώς ένα ποτήρι και γίνεται ένα μικρό τεστ. Η μύτη ψάχνει ένταση. Το στόμα ψάχνει βάθος. Το μυαλό ψάχνει επιβεβαίωση. Κάθε γουλιά κουβαλά την ανάγκη να σταθεί στο ύψος του αριθμού που την ακολουθεί. Κι όμως, το κρασί σπάνια λειτουργεί έτσι. Υπάρχουν φιάλες που δημιουργήθηκαν για χρόνο, για εξέλιξη, για εκείνη τη φάση της ζωής τους όπου όλα αρχίζουν να δένουν πιο ήσυχα και πιο αρμονικά. Υπάρχουν κρασιά που τη στιγμή που ανοίγουν χρειάζονται υπομονή, αέρα, παρέα, άλλη διάθεση στο τραπέζι για να δείξουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα.Θα ήταν άστοχο να μην αναφερθεί ότι σε αρκετές περιπτώσεις, η αναπροσαρμογή στο εστιατόριο γίνεται τόσο επιθετική που το κρασί μετατρέπεται από συνοδοιπόρο του φαγητού σε είδος πολυτελείας, περισσότερο σύμβολο παρά επιλογή. Κάποιες λίστες δείχνουν να αντιμετωπίζουν τη φιάλη ως εργαλείο κέρδους και όχι ως κομμάτι της εμπειρίας του τραπεζιού. Ο επισκέπτης κάποιες φορές το καταλαβαίνει όταν μια τιμή προσπαθεί να καλύψει κάτι περισσότερο από τον χώρο, το σέρβις και τη φροντίδα του κρασιού.

 

Έχει μεγαλύτερη σημασία όμως, να αναφερθεί η κατηγορία ανθρώπων που απλώς πίνουν κρασί χωρίς να το ψάχνουν ιδιαίτερα. Που δεν διαβάζουν ετικέτες, δεν ξέρουν περιοχές, δεν τους απασχολεί ποικιλία ή οινοποιός. Και αυτό είναι απολύτως θεμιτό. Το κρασί άλλωστε γεννήθηκε για να συνοδεύει τη ζωή, όχι για να απαιτεί πιστοποιήσεις. Το πρόβλημα αρχίζει τη στιγμή που σε αυτούς τους ανθρώπους το μόνο διαθέσιμο φίλτρο που μένει στο τραπέζι είναι η τιμή. Όταν το περιβάλλον, η λίστα και ο τρόπος που παρουσιάζεται το κρασί τους οδηγεί, σχεδόν αυτόματα, στο συμπέρασμα ότι «καλό» σημαίνει ακριβό. Όχι επειδή το πιστεύουν συνειδητά, αλλά επειδή δεν τους έχει δοθεί άλλος τρόπος να διαβάσουν το ποτήρι τους. Και έτσι, χωρίς να το καταλάβουν, μαθαίνουν να εμπιστεύονται τον αριθμό και όχι την εμπειρία. Μαθαίνουν να θεωρούν επιτυχία το να διαλέξουν τη φιάλη με τη μεγαλύτερη τιμή που αντέχει ο λογαριασμός και όχι εκείνη που πραγματικά θα τους ταιριάξει. Το καλό κρασί μεταφράζεται σε «ασφαλής επιλογή» και όχι σε προσωπική ανακάλυψη. Κι αυτό είναι άδικο και για εκείνους και για το ίδιο το κρασί. Το κρασί μπορεί να μιλήσει και σε ανθρώπους που δεν το ψάχνουν, αρκεί να του δοθεί χώρος να ακουστεί, χωρίς να προηγείται ο αριθμός.

 

Η τιμή μπορεί να κουβαλά μέσα της μάρκετινγκ και τάση. Μπορεί να αφορά ένα κρασί πραγματικά μεγάλο, τόσο μεγάλο που εκείνη τη στιγμή απλώς δεν βρίσκεται ακόμη στο σημείο όπου μπορεί να δώσει όσα υπόσχεται. Μπορεί να αφορά ένα όνομα που δημιούργησε ζήτηση και μια ιστορία που χτίστηκε σωστά μέσα στα χρόνια. Όλα αυτά εξηγούν το νούμερο στο καρτελάκι. Κανένα από αυτά δεν εγγυάται ότι το κρασί θα σε αγγίξει. Εκεί ίσως αξίζει να μένει καθαρό στο μυαλό ένα πράγμα. Η τιμή ανεβάζει την προσδοκία. Το κρασί κρίνεται μόνο όταν ανοίξει. Ένα ακριβό κρασί μπορεί να είναι σπουδαίο. Μπορεί και να μη σου ταιριάξει. Μπορεί να χρειάζεται χρόνο. Μπορεί απλώς να απευθύνεται σε άλλον.

Το λάθος ξεκινά τη στιγμή που αφήνουμε την τιμή να προηγείται του ποτηριού και να μας υποδεικνύει τι οφείλουμε να νιώσουμε. Τα υπόλοιπα, στο ποτήρι.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *